Λυγερή

Η Ευγενούλα η μοσκονιά κ’ η μικροπαντρεμένη
εβγήκε κ’ επαινεύτηκε πως Χάρο δε φοβάται,
γιατί ειν’ τα σπίτια της ψηλά, κι’ ο άντρας της παλληκάρι,
γιατί έχει τους εννιά αδερφούς, τους καστροπολεμίταις,
π’ όλα τα κάστρα πολεμούν κ’ οι χώραις παραδίνουν.

Κι’ ο Χάρος όπου τ’ άκουσε, πολύ του βαρυφάνη.
Μαύρο πουλί νεγίνηκε, σαν άγριο χελιδόνι,
εβγήκε κ’ εσαϊττεψε τη μοναχή την κόρη
μέσ’ ‘ς το λιανό το δάχτυλο που χε την αρραβώνα.
Κ’ εμπαινοβγαίνουν οι γιατροί και γιατρεμό δε βρίσκουν,
κ’ εμπαινοβγαίνει η μάννα της με τα μαλλιά λυμένα.

«Τί έχεις, μαννούλα μου, και κλαις, τι έχεις κι’ αναστενάζεις;
-Πεθαίνεις, Ευγενούλα μου, και τι μου παραγγέλνεις;

-Σ’ αφήνω, μάννα, το έχε γεια και ντύσε με σα νύφη,
κι’ όταν θα σόρθη ο Κωνσταντής να μη μου τον πικράνης,
μόν’ στρώσ’ του γιόμα να γευτή και δείπνο να δειπνήση,
κι’ άπλωσε μεσ’ ‘ς την τσέπη μου και πάρε το κλειδί μου,
και βγάλ’ τον αρραβώνα του και τα χαρίσματα του,
και δώσ ‘ του τα του Κωσταντή, αλλού ν’ αρραβωνίση,
ωσάν κ’ εγώ παντρεύομαι, παίρνω το Χάρον άντρα.»

Κι’ ο Κωσταντής επρόβαλε ‘ς τους κάμπους καβαλλάρης,
με δεκαπέντε φλάμπουρα, μ’ εννιά ζυγιαίς παιχνίδια,
με τετρακόσιους άρχοντες, πεζούς καβαλλαραίους.
Βλέπει μεγάλη σύναξη, οπού ναι μαζωμένοι.

«Για χαμηλώστε, φλάμπουρα, πάψετε σεις,
παιχνίδια,
γιατί σταυρός επρόβαλε απ’ το πεθερικό μου,
για πεθερός μου πέθανε, για πεθερά μου χάθη,
απ’ τα γυναικαδέρφια μου κανένα νεσκοτώθη.»

Και τάλογό του εβάρεσε ‘ς του πεθερού να πάγη.
Αυτού σιμά, αυτού κοντά βαστούσε μοναστήρι.
Βρίσκει τον πρωτομάστορη κ’ έκανε το κιβοΰρι. ‘

«Να ζήσης, πρωτομάστορη τίνος είν’ το κιβοΰρι;
-Είναι τανέμου, του καπνού και της ανεμοζάλης.
-Για πέ μου, πρωτομάστορη, καθόλου μη μου κρύψης.
-Ποιος έχει γλώσσα να σ’ το πη, στόμα να σου μιλήση.
ούτ’ η φωτιά που σ’ άναψε, ποιος θε να σου τη σβήση;
Η Ευγενούλα απέθανε νη πολυαγαπημένη.
-Να ζήσης, πρωτομάστορη, κάμε το πιο μεγάλο.
Νά ναι πλατύ, νά ναι μακρύ, νά ναι για δυο νομάτους.»

Βιτσιά βαρεί ταλόγου του, ‘ς του πεθερού του πάει.
Βρίσκει παπάδες πόψελναν, μοιρολογίστραις κλαίουν.

«Μεριά σταθήτε, ψάλτηδες, μεριά, μοιρολογίστραις!»

Χρυσό μαντήλι σήκωσε την είδε απεθαμένη.
Σκύφτει, φιλεί γλυκά γλυκά, γλυκά την αγκαλιάζει,
χρυσό μαχαίρι νέβγαλε ναπ’ αργυρό φηκάρι,
ψηλά ψηλά το σήκωσε και ‘ς την καρδιά το χώνει.

Εκεί που θάψανε το νιο φύτρωσε κυπαρίσσι,
κ’ εκεί που θάψανε τη νια εβήκε καλαμιώνα.
Λυγογυρίζει η καλαμιά, σκύφτει το κυπαρίσσι.
Κ’ ένα πουλί κελάδαε, ‘ς άλλο πουλί ξηγειώνταν.
«Για δες τα τα κακόμοιρα, τα πολυαγαπημένα!
δε φιλήθηκαν ζωντανά, φιλειούνται πεθαμένα.» 

Κρεμαστό, Αντινόη, Αίγυπτος, 5ος, Musee Historique des Tissus, Lyons

27

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s