Κανονιοφόροι

«Όσο κυβερνώ τις θάλασσες Αυτοκράτωρ είμαι μόνον εγώ» απάντησε ο Νικηφόρος Φωκάς στον επίσκοπο Liutprand που διεκδικούσε τον τίτλο του Αυτοκράτορα και για τον Γερμανό μονάρχη.

Και δεν θα μπορούσε παρά να είναι αλήθεια, μετά τον θρίαμβο της επανάκτησης της Κρήτης το 961 από τον Νικηφόρο και την απόκτηση του ελέγχου του εμπορίου της Ανατολικής Μεσογείου από τους Αυτοκρατορικούς.
Με ανεπτυγμένο φορολογικό σύστημα, τεράστια έσοδα, φροντίδα για τους μικρούς κτηματίες και τους Ακρίτες και έλεγχο των εμπορικών οδών από τη Μαύρη Θάλασσα εώς τη Κάτω Ιταλία, ένας ήταν ο Αυτοκράτορας για τους Βυζάντιους· αυτός στην Κωνσταντινούπολη.

Αλλά τα πράγματα έμελλε να αλλάξουν.

Μετά τη κατάργηση των στεριανών Θεμάτων από τον Κωνσταντίνο Μονομάχο και τη «συντροφία του» – Ψελλό, Λειχούδη, Ξιφλίνο και Μαυρόποδα – ήρθε και η σειρά των ναυτικών. Αυτό διευκόλυνε αφάνταστα την επέκταση των Ιταλικών πόλεων, αφού η Αυτοκρατορία αδυνατούσε να υπερασπίσει επαρκώς τα θαλάσσια σύνορα. Ο περιορισμός της «ἀρχῆς τῶν Ῥὠμαίων» μεταξύ «τῆς Ἀδριανοῦ καί τῆς Κωνσταντίνου», όπως υπερβάλλει η Κομηνή, κατά τους Αυτοκράτορεςτη επέβαλλε την απόδοση προνομίων στις Ιταλικές πόλεις με αντάλλαγμα την παροχή ναυτικής βοηθείας.
Το 1082 με το χρυσόβουλο του Αλέξιου Α’ Κομηνού υπό την πίεση της Νορμανδικής εισβολής,  όπως διαπιστώνει η Αρβελέρ, αποτέλεσμα ήταν:

 «ο βαθμιαίος εξοστρακισμός των Βυζαντινών από τα ναυτικά κέντρα- τα κερδοφόρα επαγγέλματα που έχουν σχέση με τη θάλασσα, τη ναυτιλία και το διεθνές εμπόριο από τότε περνούν στα χέρια των υπηκόων των Ιταλικών πόλεων»

Την περίοδο αντιστοίχως της διακυβέρνησης του Ιωάννη Β’ Κομνηνού επικρατούσε περιέργως μια αντιφατική πολιτική. Αφενός ο Αυτοκράτωρ αντιλαμβανόμενος την εξάρτηση της Aυτοκρατορίας προσπάθησε να απαλλαγεί από τους Βενετούς, αρνούμενος το 1119 να επικυρώσει τις συμφωνίες του 1082. Ενώ αφετέρου, μείωσε τις δαπάνες για το ναυτικό, με αποτέλεσμα τα βυζαντινά παράλια να είναι εκτεθειμένα στην επιθετικές διαθέσεις των Βενετών το (1122,1126). Το 1126 όμως εξαναγκάσθηκε να επικυρώσει το αρχικό χρυσόβουλλο, και να παραχωρήσει ένα ακόμη σημαντικό κείμενο προνομίων, με το οποίο απαλλάσσονταν από το κομμέρκιο (commercius,  εμπορικό φόρο) όχι μόνο οι Βενετοί, αλλά και οι έμποροι του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους, στις συναλλαγές τους με τους πρώτους.
Tο 1148 ο Μανουήλ Κομνηνός, ως ανταμοιβή της βοήθειας που παρείχε ο Βενετικός στόλος έναντι των νορμανδικών επιθέσεων, επικύρωσε τις προηγούμενες συμφωνίες, και τις διεύρυνε με τρόπο τέτοιο, ώστε να συμπεριληφθούν σ’αυτά η Κρήτη και η Κύπρος. Με τις νέες προσθήκες στις υπάρχουσες συνθήκες, η επιρροή των ενετών επεκτάθηκε σε κάθε σημείο της Αν. Μεσόγειου.

H βενετική γαλεάσσα San Lorenzo στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Reconstruction από παλαιό πίνακα του RadoJavor

battle_of_lepanto_by_radojavor

Με την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί μέσω της παραχώρησης προνομίων, οι ιταλικές ναυτικές πόλεις ανταγωνίζονταν η μια την άλλη για το ποιά θα μονοπωλεί την εύνοια του Βυζαντίου, ενώ συνάμα εχθρεύονταν το ίδιο το Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος προκειμένου να διασφαλίσουν τα εμπορικά τους προνόμια. Το Βυζάντιο ήταν πλέον δέσμιο.
Το γεγονός αυτό επέφερε την δικαιολογημένη αντίδραση του Μανουήλ Α’. Ειδικότερα όταν οι Βενετοί αρνήθηκαν να επανορθώσουν, όπως ζητούσε ο Αυτοκράτωρ, δόθηκε εντολή στις αρχές των διάφορων πόλεων να φυλακιστούν οι Βενετοί έμποροι και να δημευτούν οι περιουσίες τους. Σύντομα όμως οι Βενετοί απάντησαν με αντίποινα για την πράξη του Μανουήλ, στέλνοντας τον στόλο τους να λεηλατήσει τα νησιά και τα παράλια. Το Βυζάντιο απουσία στόλου δεν μπορούσε να αμυνθεί και να περιορίσει τις επιθετικές ενέργειες των θαλάσσιων επιδρομέων. Η κατάσταση αυτή ξεσήκωσε τον λαό της πρωτεύουσας ο οποίος προέβη, αργότερα, μετά και τη προκλητική αντιμετώπιση των Ιταλών από την χήρα Αυτοκράτειρα Μαρία της Αντιοχείας, στην σφαγή των Λατίνων του 1182.
Οι ανεξέλεγκτες πλέον ναυτικές δημοκρατίες, μάχονταν για κυριαρχία στην Αν. Μεσόγειο με κάθε μέσο , σε κάθε σημείο και ευκαιρία. Πιζάνοι, Γενουάτες, Βενετοί συχνά συγκρούονταν σε ρωμαϊκά εδάφη με την Αυτοκρατορία να στέκει απλός παρατηρητής αδυνατώντας να εξασφαλίσει την ασφάλεια της.

Όπως παρατηρεί η Αρβελέρ:

«οι διμερείς συνθήκες που υπογράφει το Βυζάντιο  με κάθε ιταλική ναυτική δημοκρατία αποβλέπουν στη λήψη αντιπειρατικών μέτρων και στην εξασφάλιση της ναυτιλίας με μόνο χειροπιαστό αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής να μένει τελικά η αποικιοποίηση της βυζαντινής θαλάσσιας επικράτειας».

Η ρωμαϊκή εξάρτηση κυρίως για την θαλάσσια άμυνα από τον Ενετικό στόλο, παρέμενε όπως φαίνεται από τα παραπάνω ένα πολύ σημαντικό ζήτημα το οποίο περιόριζε τις κινήσεις της Αυτοκρατορίας η οποία ήταν ανήμπορη να διαφυλάξει με τα λίγα πλοία που διέθετε το σύνολο των επαρχιών της, οι οποίες ήταν σχετικά απομακρυσμένες και περιβαλλόμενες από θάλασσες. Αντιθέτως, σε περίπτωση μη ανανέωσης των χρυσόβουλων, αναλάμβανε η διπλωματία των θαλάσσιων δυνάμεων για να βοηθήσει τις διαπραγματεύσεις.

H Ἀλωση της Κωνσταντινούπολης 1204, Palma Le Jeune, 1580

1024px-PriseDeConstantinople1204PalmaLeJeune

Αναλυτικά η εργασία του κ. Ζαφειρίου Καραβία
https://cognoscoteam.gr/η-δύναμη-και-η-παρακμή-του-βυζαντινού-ν/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s