Καῖσαρ

«Φίλοι, Ρωμαίοι, πατριώτες, δανείστε μου τ’ αυτιά σας·
έρχομαι να κηδέψω εδώ τον Καίσαρα και όχι
να τον παινέψω.

Το κακό που κάνουν οι άνθρωποι
ζει και μετά απ’ τους ίδιους, το καλό συχνά
θάβεται με τα κόκαλά τους· έτσι ας γίνει
και με τον Καίσαρα. Ο ευγενής ο Βρούτος
σας είπε πως ο Καίσαρας ήταν φιλόδοξος·
αν ήταν, ήταν σφάλμα του βαρύ και λόγο
βαρύν έδωσε ο Καίσαρας γι’ αυτό. Εδώ,
με άδεια του Βρούτου και των άλλων, -γιατί ο Βρούτος
είν’ αξιότιμος άνθρωπος· έτσι είν’ όλοι τους,
όλοι αξιότιμοι άνθρωποι, – έρχομαι να ειπώ
τον επικήδειο του Καίσαρα.

Ήταν φίλος μου, πιστός κι αληθινός σε μένα·
όμως ο Βρούτος λέει ήταν φιλόδοξος·
κι ο Βρούτος είναι αξιότιμος άνθρωπος.
Είχε φέρει πλήθος αιχμαλώτους στη Ρώμη,
που η ξαγορά τους γιόμιζε τις κάσες
του Δημοσίου: φαίνεται μ’ αυτό ο Καίσαρας
φιλόδοξος; Όταν κλαιγόταν η φτωχολογιά,
ο Καίσαρας εδάκρυζε· η φιλοδοξία
θα ‘πρεπε να ‘ναι από ύλη πιο αυστηρή φτιαγμένη:
όμως ο Βρούτος λέει πως ήτανε φιλόδοξος·
κι ο Βρούτος είναι άνθρωπος αξιότιμος.
Όλοι σας είδατε στα Λουπερκάλια
που τρεις φορές του πρόσφερα στέμμα βασιλικό,
και τρεις φορές το αρνήθη: ήταν αυτό φιλοδοξία;
Όμως ο Βρούτος λέει πως ήτανε φιλόδοξος:
και, βέβαια, αυτός είν’ άνθρωπος αξιότιμος.
Μιλάω όχι για ν’ αναιρέσω ό,τι είπε ο Βρούτος,
όμως εδώ είμαι για να ειπώ αυτό που ξέρω.
Τον αγαπούσατε όλοι κάποτε, όχι χωρίς λόγο:
ποιος λόγος σας κρατάει λοιπόν να μην τον κλάψετε;

Ω, κρίση! Έφυγες να πας σε χτήνη αναίσθητα
κι οι άνθρωποι έχασαν τον νου τους. Συμπαθάτε με.
η καρδιά μου είναι κει στην κάσα με τον Καίσαρα,
και πρέπει να σωπάσω ώσπου να μου ξανάρθει.

Ακόµα χτες του Καίσαρα µπορούσε ο λόγος
ν’ αντικρούσει τον κόσµο· τώρα κείται εκεί
κι ούτ’ ένας τόσο ταπεινός που να του φέρει σέβας.
Ε, µαστόροι µου! Αν είχα πρόθεση να ξεσηκώσω
καρδιές σας και ψυχές σας γι’ ανταρσία κι οργή,
θ’ αδικούσα τον Βρούτο, θ’ αδικούσα και τον Κάσσιο,
που, καθώς ξέρετε όλοι, είν’ αξιότιµοι άνθρωποι.

∆ε θα τους αδικήσω· προτιµώ ν’ αδικήσω
τον νεκρό, ν’ αδικήσω τον εαυτό µου και
σας, παρά ν’ αδικήσω τέτοιους αξιότιµους
ανθρώπους.

Μα έχω δω ένα έγγραφο µε τη σφραγίδα
του Καίσαρα· το βρήκα στο γραφείο του, είναι
η διαθήκη του. Αν µόνο άκουγε ο λαός αυτή
τη διαθήκη – που συγνώµη, δεν έχω σκοπό
να τη διαβάζω – θα ’τρέχαν και θα φιλούσαν της πληγές
του σκοτωµένου Καίσαρα, και θα βουτούσαν
τα µαντίλια τους στ’ άγιο του αίµα, ναι, θα ζήταγαν
µια τρίχα του για ενθύµιο, και, στον θάνατό τους,
θα το ’βαζαν στις διαθήκες τους, να τ’ άφηναν
κληρονοµιά ακριβή στους απογόνους τους.

Υπονοµεύτε, φίλοι µου καλοί· δε πρέπει να
σας τη διαβάσω: δεν είναι σωστό να µάθετε
πόσο σας αγαπούσε ο Καίσαρας. ∆εν είστε ξύλα,
δεν είστε πέτρες, είσαστε άνθρωποι· όντας άνθρωποι,
κι ακούγοντας του Καίσαρα τη διαθήκη,
θα πάρετε φωτιά, θα τρελαθείτε. Είναι καλά
να µην το µάθετε πως είστε οι κληρονόµοι του·
τι αν το µαθαίνατε, ω, τι θα γινόταν τότε!

Για ησυχάστε, για σιγά. Παραπροχώρησα
και σας εµίλησα γι’ αυτή. Φοβάµαι πως
κάνω άδικο στους αξιότιµους ανθρώπους
που τα σπαθιά τους έσφαξαν τον Καίσαρα· το φοβάµαι.

Λοιπόν θα µ’ αναγκάσετε να τη διαβάσω;
Τότε κυκλώσετε κει το λείψανο του Καίσαρα,
Για να σας δείξω εκείνον που έκαµε τη διαθήκη.

Να κατεβώ; Και θα µου δώσετε την άδεια;

Αν έχετε δάκρυα, ετοιµαστείτε τώρα να τα χύσετε·
γνωρίζετε όλοι τούτον τον µανδύα: θυµάµαι
τότε που ο Καίσαρας τον πρωτοφόρεσε· ήταν µια θερινή βραδιά,
µες στη σκηνή του, την ηµέρα που νίκησε τους Νέρβιους.
Να! Σ’ αυτήν εδώ τη θέση
µπήχτηκε το σπαθί του Κάσσιου: δέστε µαχαιριά
που ’καµε ο µοχθηρός ο Κάσκας: από δω
µαχαίρωσε ο πολυαγαπητός του ο Βρούτος·
και, όταν τράβηξε το καταραµένο ατσάλι του,
κοιτάτε πώς το αίµα του Καίσαρα το ακολούθησε,
σαν να όρµησε έξω για να βεβαιωθεί αν ο Βρούτος
ήταν που βάρεσε τόσο άσπλαχνα ή όχι·
τι ο Βρούτος, όπως ξέρετε, ήταν ο άγγελος του Καίσαρα.

Κρίνετε, σεις θεοί! Πόσο ακριβήν αγάπη
του είχε ο Καίσαρας. Αυτή ήταν η πιο άσπλαχνη
πληγή απ’ όλες· τι όταν ο ευγενής ο Καίσαρας
τον είδε να βαράει, η αχαριστία, πιο δυνατή
απ’ του προδότη το όπλο, τον παράλυσε: τότε έσπασε
η µεγάλη καρδιά του· και µε τον µανδύα του
σκεπάζοντας την όψη του, ίσα στο βάθρο
στο άγαλµα του Ποµπήιου, που όλη αυτή την ώρα
έτρεχε αίµα, ο µεγάλος Καίσαρας έπεσε. Ω,
τι πέσιµο ήταν εκείνο, πατριώτες µου·
τότε όλοι µας, κι εγώ, κι εσείς πέσαµε χάµω,
ενώ η αιµοβόρα προδοσία θριάµβευε επάνω µας.
Ω! Τώρα κλαίτε, και καταλαβαίνω νιώθετε
το άγγιγµα της σπλαχνιάς· ευλογηµένες είναι
αυτές οι στάλες. Ε, καλές ψυχές, τι! Κλαίτε
που µόνον βλέπετε το πληγωµένο ρούχο
του Καίσαρά µας; ∆έτε εδώ, εδώ ’ναι ο ίδιος
πετσοκοµµένος, όπως βλέπετε, από τους προδότες.

Καλοί µου φίλοι, φίλοι µου, να µη σας ξεσηκώσω
σε τέτοιο ξαφνικό κύµα ανταρσίας. Εκείνοι
που κάµανε την πράξη αυτή είν’ αξιότιµοι:
τι ιδιαίτεροι καηµοί τους έσπρωξαν σ’ αυτό,
δεν ξέρω δυστυχώς· είναι σοφοί κι αξιότιµοι,
κι αναµφίβολα θα σας δικαιολογηθούν.

∆ε θέλω, φίλοι µου, να κλέψω τις καρδιές σας:
δεν είµαι ρήτορας, καθώς ο Βρούτος· µόνον,
καθώς µε ξέρετε όλοι, απλός αφελής άνθρωπος,
που αγαπώ τον φίλο µου· κι αυτοί αυτό το ξέρουν
πολύ καλά που µου ’δωσαν την άδεια να µιλήσω
δηµόσια. Γιατί εγώ δεν έχω ούτε εξυπνάδα,
ούτ’ ευφράδεια, ούτε κύρος, ούτε τέχνη, ούτε προφορά,
ούτε τη δύναµη του λόγου για ν’ ανάβω τα αίµατα:

εγώ µιλάω ίσια· εγώ σας λέω αυτό
που ξέρετε κι οι ίδιοι, εγώ σας δείχνω τις πληγές
του Καίσαρά µας, έρµα, έρµα βουβά στόµατα,
και τους ζητάω να µιλήσουνε για µένα.
Μ’ αν ήµουν εγώ ο Βρούτος, κι ήτανε ο Βρούτος
Αντώνιος, τότε αυτός ο Αντώνιος θα ερέθιζε
τις ψυχές σας, και γλώσσα θα ’βαζε σε κάθε
πληγή του Καίσαρα, που θα ξεκούναγαν τις πέτρες
της Ρώµης να σηκωθούν και να επαναστατήσουν.

Εδώ ’ναι η διαθήκη, µε του Καίσαρα τη βούλα.
Σε κάθε Ρωµαίο πολίτη αφήνει, χωριστά
στο κάθε άτοµο, εβδοµηνταπέντε δραχµές.

Απανωτού σας άφησε όλους του τους περιπάτους,
τις ιδιωτικές του αλέες και τους νιόφυτους
κήπους του εδώθε από τον Τίβερη· σας τ’ άφησε
για σας και για τους απογόνους σας για πάντα·
να διασκεδάζετε, να κάνετε περίπατο,
και να ψυχαγωγείστε. Αυτός ήταν Καίσαρας!
Πότε θα ξανάρθει άλλος ένας τέτοιος;»

William Shakespeare, Julius Caesar, Act III

 

Ο Μάρλον Μπράντο ως Μάρκος Αντώνιος κατά τον ομώνυμο λόγο στον «Ιούλιο Καίσαρα» του Σαίξπηρ, Joseph L. Mankiewicz, 1953 (britannica.com)

5748-004-D905ED51_4

 

μετάφραση: ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ – ΒΟΥΛΑ ΔΑΜΙΑΝΑΚΟΥ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s