Ἰντερμέδιον

ἀπό τόν Παῦλο Νιρβάνα

Δέν εἶχα τήν τύχην νά παρευρεθῶ εἰς τήν προχθεσινήν δίκην τοῦ Κακουργιοδικείου. Τό λάθος δέν εἶνε ἰδικόν μου. Τά δικαστήρια δέν τοιχοκολλοῦν, ὡς γνωστόν, προγράμματα· καί ὅμως, ὅταν ἀναβιβάζουν ἐπί τῆς σκηνῆς των δραματικά εἰδύλλια, ὅπως τό προχθεσινόν, θά ἔπρεπε νά φροντίζουν νά εἰδοποιοῦν ἐγκαίρως τό Κοινόν, διά τήν σχετικήν ἀπόλαυσιν καί διά τήν σχετικήν διδασκαλίαν. Διότι εἰς τό θέατρον, ἐπί τέλους, ἄν δέν προφθάσῃ κανείς μίαν ὡραίαν «πρώτην», ἔχει τήν ἐλπίδα νά παρευρεθῇ εἰς τάς ἄλλας παραστάσεις τοῦ ἔργου. Μιά δίκη ὅμως δέν ἐπαναλαμβάνεται δευτέραν φοράν, ὅσον μεγάλη καί ἄν ὑποτεθῇ ἡ ἐπιτυχία της.

Ἄς ἀρκεσθῶμεν λοιπόν εἰς τάς πληροφορίας τῶν ἐφημερίδων, κατά τάς ὁποίας ἡ ὑπόθεσις τοῦ δραματικοῦ εἰδυλλίου συνοψίζεται εἰς τά ἑξῆς: Ὁ δεκαεπταετής χωρικός Νικόλαος Σφουγγάρης, Ξηροχωρίτης, μή ἔχων, ὅπως ἀπεδείχθη, καμμίαν συγγένειαν ἤ σχέσιν μέ τόν περίφημον συντοπίτην του Ἀγαθόπουλον, «ἐκακοποίησε» –τί ἀνάποδη αὐτή ἡ δικαστική φρασεολογία!– τήν δεκαετῆ συγχωριανήν του Μαρίαν Λουκᾶ, ἐν ᾧ ἔβοσκαν μαζῆ τά πρόβατά τους. Εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν ἡ ὑπόθεσις θά παρεπέμπετο εἰς τόν Θεόκριτον, ὁ ὁποῖος θά ἔγραφεν ἀμέσως ἕνα εἰδύλλιον. Εἰς τήν σημερινήν ἐποχήν παρεπέμφθη εἰς τό Κακουργιοδικεῖον, τό ὁποῖον «ἔγραψε»… μίαν ἄσπλαγχνον ἀπόφασιν. Τούς κατεδίκασεν ἀμφοτέρους εἰς τά ἰσόβια δεσμά τοῦ γάμου.

Ὁπωσδήποτε, τό δικαστικόν αὐτό δρᾶμα ἐσημείωσε καί ἕνα πρωτότυπον σκηνικόν νεωτερισμόν, ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσε μεγάλην ἐπιτυχίαν. Ἐννοῶ τό ἰντερμέδιον τοῦ γάμου. Εἰς τήν πρώτην πρᾶξιν ἀνεπτύχθη, κατά τό σύνηθες, τό κατηγορητήριον, ἐξητάσθησαν οἱ μάρτυρες, ἔγεινεν ἡ ἀπολογία τῶν κατηγορουμένων καί οἱ θεαταί μετεφέρθησαν εἰς τό εἰδυλλιακόν τοπεῖον, ὅπου οἱ πρώϊμοι αὐτοί ἥρωες τοῦ Θεοκρίτου «ἐκακοποίησαν» ἀλλήλους, διά ν’ ἀκολουθήσω τόν δικαστικόν εὐφημισμόν. Οἱ ἀνήλικοι ἥρωες, μέσα εἰς τό στυγνόν περιβάλλον τῆς δικαστικῆς αἰθούσης, ὅπου δέν ὑπῆρχον οὔτε πηγαί, οὔτε δένδρα, οὔτε φλογέρα, οὔτε κοπάδι, καμμία ποίησις δηλαδή καί καμμία σταγών ψυχικοῦ νέκταρος, δέν εὑρίσκοντο, φυσικά, εἰς κανενός εἴδους εἰδυλλιακήν διάθεσιν. Εἶχαν ξαναγείνῃ τά φοβισμένα ἀγρίμια τῆς ἡλικίας των. Οἱ γονεῖς των ὅμως ἐσκέφθησαν πρακτικώτερα. Καί ἀπεφάσισαν νά μοιράσουν τήν διαφοράν, ἀντί νά περιμένουν τήν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου. Ὁ δικηγόρος των, προχωρήσας πρός τούς δικαστάς, ἀνέφερεν ὅτι οἱ ἀντίδικοι στέργουν νά λύσουν τήν διαφοράν των διά τοῦ γάμου. Ἄλλο ποῦ δέν ἤθελαν καί οἱ δικασταί! Ἐζήτησαν ὅμως νά ἐξασφαλισθοῦν διά τήν ἀπόφασίν των. Καί ἀπεφασίσθη νά ἐπακολουθήσῃ ἀμέσως ὁ γάμος.

Ἐδῶ ἔρχεται τό ὡραῖον καί πρωτότυπον ἰντερμέδιον. Ἡ σκηνογραφία ἀλλάζει ἀμέσως. Οἱ δικασταί καί οἱ ἔνορκοι ἀποσύρονται ἀπό τάς θέσεις των. Οἱ λειτουργοί καί οἱ καλεσμένοι τῆς Θέμιδος γίνονται ἀπρόοπτοι καλεσμένοι τοῦ πλέον ἀπροόπτου γάμου. Ὁ παπᾶς εἰσέρχεται μέ τά ἄμφιά του καί τά παπαδοπαίδια του. Τά στέφανα καί οἱ λαμπάδες τοῦ Ὑμεναίου ἐκτοπίζουν τούς κώδικας. Ὁ καλός Χριστός εὐλογεῖ ἀπό τό ὕψος τοῦ τοίχου. Ἡ αἴθουσα αἰθριάζει. Ὁ κουμπάρος ἀνταλλάσσει τά στέφανα ἐπί τῶν ἀνηλίκων κεφαλῶν καί οἱ ἥρωες τοῦ εἰδυλλίου χορεύουν τόν χορόν τοῦ Ἠσαΐα καί δέχονται μετά τῶν γονέων καί συγγενῶν των τά συγχαρητήρια τῶν συγγενῶν, τῶν φίλων καί τοῦ Δικαστηρίου. Ἡ αὐστηρά Θέμις, ἡ ὁποία οὐδέποτε ἐπερίμενε παρομοίαν ἑξαφνικήν χαράν εἰς τάς αἴθουσάς της, μή ἔχουσα τίποτε πλέον νά ζυγίσῃ εἰς τόν ζυγόν της, ἔκαμε τούς δίσκους της ντέφια καί ἤρχισε νά χορεύῃ καί αὐτή τόν καρσιλαμᾶν.

Οἱ νεόνυμφοι ἐκάθησαν πάλιν εἰς τό κέντρον τῆς αἰθούσης διά νά δεχθοῦν τώρα τάς ἐπισήμους εὐχάς καί τήν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου. Ἡ σκηνή προσλαμβάνει πάλιν τήν σοβαρότητα τῆς πρώτης πράξεως. Οἱ δικασταί καί οἱ ἔνορκοι εἰς τάς θέσεις των. Καί, ἐν μέσῳ εὐλαβοῦς σιωπῆς, ὁ Πρόεδρος ἐγείρεται καί ἐκφωνεῖ τήν ἀπόφασιν:

-Ἀθῷος ὁ κατηγορούμενος!

Ἀλλά ἡ ἀπόφασις εἶχεν ἐκτελεσθῆ προτοῦ ἐκφωνηθῇ.

-Πρῶτα τόν χώσανε ἰσόβια, παρετήρησεν ἕνας θυμόσοφος ἐκ τοῦ πλήθους, καί ὕστερα τόν βγάζουνε ἀθῷον.

Καί ὁ ἀθῷος-κατάδικος, ὁ πτωχός Δάφνις σύρων τά δεσμά του καί τήν Χλόην του, ἐξῆλθεν ἀπό τήν αἴθουσαν, σκεπτόμενος προφανῶς ὅτι τά πράγματα γίνονται πολύ ἁπλούστερα καί φυσικώτερα ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τήν πλαγιάν τοῦ βουνοῦ, κάτω ἀπό τό ὑψηλόν πλατάνι καί δίπλα εἰς τήν κελαρύζουσαν πηγήν, εὐλογοῦντος τοῦ μεγάλου ἀθανάτου Πανός.

Ἀθῆναι, 1919

 

Πάν καἰ Νύμφη, Victor D. Brenner, 1918, Mary Schenley Memorial Fountain

 

Αρχείο ΕΣΤΙΑ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s