Σαλαμπῶ

O επίλογος του Α’ Καρχηδονιακού Πολέμου το 241 π.Χ βρίσκει την Καρχηδόνα χρεωκοπημένη και περιορισμένη στην Αφρική, ενώ τις Ελληνικές πόλεις της Ιταλίας και της Σικελίας στο έλεος των Ρωμαίων.
20.000 μισθοφόροι μεταφέρονται από τη Σικελία πίσω στη Καρχηδόνα, όπου αδυνατώντας να πληρωθούν κινούνται κατά του πρώην εργοδότη τους. Ο Μάθως και ο Σπόνδιος αρχηγοί των μισθοφόρων, Λίβυος και Έλληνας από την Καμπανία, θα ξεσηκώσουν ακόμα και τους Νουμίδιους κατά της Καρχηδόνας.

Αυτό το σκηνικό επιλέγει ο Φλωμπέρ για το επικό του αφήγημα «Salammbô».
Την υπεράσπιση της Καρχηδόνας προ του Μάθου θα αναλάβει ο ύπατος Αμίλκας, ο πατέρας της Σαλαμπώ. Η Σαλαμπώ είναι οιονεί η πριγκίπισσα της πόλης αλλά και σύμβολο της Τανίτ, της αγαθής θεότητας του φεγγαριού. Ο Μάθως την ερωτεύεται, και με στρατηγικό νου τον παμπόνηρο Έλληνα Σπόνδιο, θα κλέψει το ιερό πέπλο της Τανίτ, για να αναγκάσει τη Σαλαμπώ να φτάσει ως τη σκηνή του. «Το μυθιστόρημα δεν είναι ειδύλλιο· ο μέχρις εσχάτων, κυριολεκτικά, εξοντωτικός αγώνας δύο στρατών και κόσμων. Ο άναρχος, χαώδης των μισθοφόρων ενάντια στην πόλη με τους θεσμούς της, την Καρχηδόνα, λυσσαλέα σκληροί, απηνείς και οι δυο.»

Ανατολή στην Καρχηδόνα

«Ο ήλιος ανέτειλε στις κορυφές των κυμάτων, ενώ στην πόλη, που βρισκόταν ακόμα στο σκοτάδι, διακρίνονταν λίγα φωτεινά σημεία, κάποια αντικείμενα που άσπριζαν όπως το τιμόνι ενός άρματος σε μιαν αυλή, κάποιο κρεμασμένο πανί, η γωνιά κάποιου τοίχου, το χρυσό κολιέ στο στήθος ενός θεού. Οι γυάλινες σφαίρες έλαμπαν στις οροφές των ναών, εδώ κι εκεί σαν διαμάντια.
Όμως, τα γκρεμισμένα σπίτια, οι σωροί του μαύρου χώματος, οι κήποι, φαίνονταν ακόμα πιο σκούροι στο σκοτάδι και κάτω στη Μάλκα τα δίχτυα των ψαράδων, που ήταν απλωμένα από τη μια ταράτσα στην άλλη, έμοιαζαν πελώριες νυχτερίδες με απλωμένες τις φτερούγες. Δεν ακουγόταν πια το τρίξιμο που έκαναν οι υδραυλικές ρόδες που ανέβαζαν νερό στον υψηλότερο ψηλό όροφο του μεγάρου. Καταμεσής στα επιχώματα καμήλες αναπαύονταν, καθισμένες στην κοιλιά τους, όπως οι στρουθοκάμηλοι. Οι θυρωροί κοιμόντουσαν στους δρόμους και στα κατώφλια των σπιτιών.
Η σκιά των κολοσσιαίων αγαλμάτων βάραινε τις έρημες πλατείες. Μακριά, ο καπνός κάποιας θυσίας που έκαιγε ακόμα ξέφευγε απ’ την μπρούτζινη σχάρα, και το ζεστό αεράκι έφερνε, μαζί με τις άλλες μυρουδιές της θάλασσας, και την αποφορά που βγάζαν τα τείχη, όπως άρχιζε να τα ζεσταίνει ο ήλιος.»

imageproxy


H πρώτη εμφάνιση της Σαλαμπώ

«Τα μαλλιά της πουδραρισμένα με μωβ σκόνη και τυλιγμένα πυργωτά, σύμφωνα με τη μόδα των παρθένων της Χαναάν, την έκαναν να δείχνει μεγαλύτερη απ’ όσο ήταν.
Σειρές από μαργαριτάρια, κρεμασμένα στους κροτάφους της, κατέβαιναν ως τις άκριες του στόματος, που είχε χρώμα ρόδινο, σαν μισανοιγμένο ρόδι. Στο στήθος της κρεμόταν μια αρμαθιά γυαλιστερά πετράδια. Η διάταξή τους θύμιζε λέπια σμέρνας. Τα μπράτσα της, στολισμένα με διαμάντια, έβγαιναν γυμνά από το αμάνικο μαύρο φόρεμά της, που φωτιζόταν σε κάθε λίκνισμα από σχήματα κόκκινων λουλουδιών.
Στους αστραγάλους φορούσε μια χρυσή αλυσιδίτσα για να τονίζεται η περπατησιά της και ο μεγάλος, βαθυπόρφυρος μανδύας της, από άγνωστο ύφασμα, σερνόταν, δίνοντας σε κάθε βήμα την εντύπωση ότι πίσω της πάφλαζε ένα κύμα.»

190097ba9005f5528d126ddd17196421


O Μάθως για να λυτρωθεί από το πάθος του για τη Σαλαμπώ

«Τις περισσότερες φορές ο Μάθως, μελαγχολικός πάντα, έφευγε τα ξημερώματα μόνος για την εξοχή. Ξάπλωνε στην άμμο και μέχρι το βράδυ έμενε ακίνητος. Συμβουλεύτηκε όλους τους μάγους του στρατού, τον έναν μετά τον άλλο, εκείνους που παρατηρούν το περπάτημα των φιδιών, εκείνους που διαβάζουν τ’ άστρα, εκείνους που φυσούν τη στάχτη των νεκρών. Ήπιε ποτά που λύνουν τα μάγια, έβαλε νέγρες να του χαράξουν με χρυσά εγχειρίδια το δέρμα του μετώπου του, τραγουδώντας στο φεγγαρόφωτο βάρβαρα ξόρκια, φορτώθηκε χαϊμαλιά, τάχτηκε στον Βάαλ-Χαμόν, στον Μολώχ, στους εφτά Καβείρους, στην Τανίτ και στην Αφροδίτη των Ελλήνων. Χάραξε ένα όνομα σε μια χάλκινη πλάκα και το έθαψε στην άμμο, στο κατώφλι της σκηνής του. Ο Σπόνδιος τον άκουγε να αναστενάζει και να μιλά μονάχος.»

Η περιγραφή του ναού

«Φωτιές έκαιγαν σε φιλιγκράν μεταλλικούς κυλίνδρους, που τις υποδαύλιζαν άντρες με μασιές. Οι ανταύγειες τους, καθώς τις έπαιρνε ο άνεμος, κοκκίνιζαν τα χρυσά χτένια με τα οποία οι άντρες συγκρατούσαν στο σβέρκο τα μαλλιά τους. Έτρεξαν να υποδεχτούν τους δημογέροντες.
Στις πλάκες του δαπέδου, εδώ  κι εκεί, ήτανε ξαπλωμένα μεγάλα λιοντάρια, που θύμιζαν σφίγγες, ζωντανά σύμβολα του θεού που κατατρώγει τα πάντα. Κοιμόντουσαν με μισάνοιχτα τα βλέφαρα. Ξύπνησαν από τα βήματα και τις φωνές. Σηκώθηκαν αργά, προχώρησαν προς τους άρχοντες, που τους αναγνώρισαν από τις φορεσιές τους και τρίβονταν στους μηρούς τους, κυρτώνοντας τις ράχες με βροντερά ρουθουνίσματα. Ο αχνός της ανάσας τους έσμιγε με το φως των πυρσών. Η αναταραχή μεγάλωσε, πόρτες έκλεισαν, οι ιερείς εξαφανίστηκαν και οι άρχοντες χάθηκαν κάτω από τις κολόνες που συγκροτούσαν ένα μεγάλο προθάλαμο γύρω απ’ το ναό.
Οι κολόνες είχαν χτιστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε με τις κυκλικές σειρές τους να αποτυπώνουν λεπτομερώς ολόκληρη τη σατούρνια περίοδο, περιλαμβάνοντας τα χρόνια, έπειτα τους μήνες για κάθε χρόνο και τέλος τις ημέρες για κάθε μήνα.
Όλοι όμως ήταν πάνσοφοι σ’ ό,τι αφορούσε τις θρησκευτικές τελετές και την πειθαρχία, ειδικευμένοι σε στρατηγήματα, χωρίς οίκτο και πλούσιοι. Φαίνονταν κουρασμένοι από τις μακροχρόνιες έγνοιες. Τα φλογισμένα μάτια τους κοίταζαν με καχυποψία. Η συνήθεια να ταξιδεύουν και να ψεύδονται, να εμπορεύονται και να διοικούν, τους έδινε όψη πονηριάς και βιαιότητας, ένα είδος συνετής, αν επιτρέπεται η έκφραση, κτηνωδίας. Άλλωστε, η παρουσία του θεού, έκανε τα πρόσωπά τους πιο σκυθρωπά.»

Salammbô, Alfons Mucha, 1896

2alfons_mucha_-_1896_-_salammbc3b4

Γουσταύος Φλομπέρ: το έπος της Σαλαμπώ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s