Ῥῶς

Αυτό που φοβόταν σε όλη του τη ζωή ο Βασίλειος Β’ υπό τη σκιά των Ακριτών πολέμαρχων, συνέβη το 986. Ο ενωμένος, έμπειρος στρατός της Ανατολής υπό τον Βάρδα Φωκά κινούταν εναντίον του. Σε δύο στρατιές, η μία απέναντι στο Βόσπορο στη Χρυσόπολη και η άλλη στην Άβυδο, το τελωνείο της Βασιλεύουσας στον Ελλήσποντο.
Αφορμή για αυτό ήταν η ήττα του νεαρού Πορφυρογέννητου στις κλεισούρες της νότιας, ορεινής Βαλκανικής, όπου οι Βούλγαροι είχαν στήσει τη νέα κυριαρχία τους μετά τη νίκη του Τζιμισκή. Στις Πύλες του Τραϊανού. Ο Βασιλεύς ήθελε να αποκτήσει αυτό που του έλειπε: το γόητρο του στρατηλάτη, μπροστά στις ένδοξες και πάντα απειλητικές Ακρτιτικές φαμίλιες. Αποκλείοντας κάθε έμπειρο Ακρίτη από την εκστρατεία κατά των Βουλγάρων οδηγήθηκε σε ήττα· επιστρέφοντας γρήγορα στην Κωνσταντινούπολη προς αποφυγήν περαιτέρω αντιδράσεων.

Αλλά αυτή τη φορά ο Βασίλειος Λεκάπηνος δεν ήταν εκεί, με ταχυδακτυλουργικό τρόπο να αποσβέσει τις αντιδράσεις των Δυνατών με το δίκτυο των επαφών του. Ο θείος του Αυτοκράτορα και ισχυρότερος ανήρ της Ρωμανίας είχε αποπεμφθεί από τον 26χρονο Βασιλέα, ο οποίος θεώρησε ότι ήταν καιρός να κυβερνήσει σαν πραγματικός Αυτοκράτορας. Με το στρατό της Δύσης σχεδόν διαλυμένο και το κύρος του αποδυναμωμένο, οι στρατηλάτες της Ανατολής αργά η γρήγορα θα έμπαιναν στην Κωνσταντινούπολη. Την οποία, αποκλεισμένη από Νότον, προς το παρόν είχε καταφέρει να τροφοδοτήσει από τους εμπορικούς σταθμούς της Μαύρης Θάλασσας.
Αλλά το Ρωμαϊκό Κράτος, ο Βασίλειος, είχε και άλλους άσσους στο μανίκι του.
Αυτοί που του έφερναν σιτάρι από το Βορρά θα ήταν και οι νέοι του σύμμαχοι: oι Ρως.

Μετά την ήττα τους από τον Τζιμισκή οι Ρώσοι του Κιέβου περιήλθαν σε μία περίοδο αναταραχὼν. Οι γιοί του Σβιατοσλάβ εμάχοντο μεταξύ τους για τη κυριαρχία στις Στέππες γύρω από το Δνείπερο, με τελικό νικητή τον Βλαδίμηρο, τον παράνομο γιό του. Καλώντας σε υποστήριξη Σκανδιναυούς μισθοφόρους από το Βορρά τελικά επιβλήθηκε στους συγγενείς του και στις άλλες παντοειδείς φυλές πολυθεϊστών που οι Ρως ασκούσαν την επικυριαρχία τους. Λαμβάνοντας και σημαντικούς φόρους υποτελείας· το άλλο σημαντικό έσοδο εκτός από το εμπόριο με τους «Γραικούς» όπως ονόμαζαν το γένος του νότου.
Αλλά ο Vladimir κατάλαβε ότι η διοίκηση της Στέππας με τις συνεχείς επιδρομές στους «υπηκόους» του δεν είχε μεγάλες προόπτικες. Έτσι όταν επήλθε συμφωνία με τους Ρωμαίους και τον Αυτοκράτορα, με αντάλλαγμα 6.000 Σκανδιναυούς για το χέρι της Πορφυρογέννητης Άννας και την μεταστροφή των Ρώς στο Χριστιανισμό, δε δίστασε καθόλου. Η Σλαυονική Βίβλος των Βουλγάρων ήταν μία πρώτης τάξεως ευκαιρία οι Στέππες να αποκτήσουν κοινή γλώσσα. «Ένας Θεός, ένας Βασιλεύς, μία γλώσσα»· φαίνεται να λειτουργούσε για τους Ρωμαίους. Βέβαια αυτοί δεν μιλούσαν την «πατρώα γλώσσα» όπως γράφει ο Κωνσταντίνος Ζ’, αλλά τη γλώσσα των ντόπιων.

Ενώ απεσταλμένοι και ιεράρχες φτάνουν στην Χερσώνα στην Κριμαία, με τα ελληνικά και σλαυονικά βιβλία τους και τους τρόπους του Βυζαντίου, οι 6.000 Βαράγγοι σπάνε την πολιορκία της Αβύδου. Κάτω από τη μύτη των φρουρών του Φωκά, το βράδυ, αποβιβάζονται με τις βάρκες τους στην Μ. Ασιά και αιφνιδιάζουν το στράτευμα. Ο Φωκάς θα πεθάνει εκτός μάχης.
Οι αξιωματούχοι του θα παραδώσουν το κεφάλι του στον Βασίλειο Β’ αναζητώντας έλεος. Αφού γίνει περίγυρος σε όλα τα στρατόπεδα θα σταλεί στην οικογένεια των Φωκάδων στην Καππαδοκία. Οι Ακρίτες θα συθηκολογήσουν.

Επίλογος

«Κοιτούσα συνεπαρμένη τα πλεούμενα, τους Ρως με τα παράξενα ρούχα, τα φλάμπουρά τους, όταν μέσα από τα καράβια τους ξεχώρισα ένα, γιατί ήταν το μεγαλύτερο και το ψηλότερο· γιατί τα κουπιά του ήταν βαμμένα κόκκινα ζωηρά, γιατί χρύσιζαν στις άκρες τους. Ερχόταν γραμμή απάνω μας.
Λύθηκαν τα γόνατά μου σαν αντίκρισα και το Κίεβο. Δεν ήταν πόλη ετούτη… Ήταν χωριό. Ένα μακρύ χωριό από καλύβες λάσπινες, που απλωνότανε ζερβά και δεξιά από το ποτάμι, Βορυσθένης, το όνομά του, από αρχοντικά που μόνο αρχοντικά δεν ήτανε.

 – Ο Μέγας Δούκας, ο Βλαδίμηρος, έκανε ψιθυριστά ο πρωτοκάραβος, και γυρίζοντας στον δρουγγάριο που στεκότανε κοντά του έδωσε τις διαταγές του.

»Το καράβι των Ρως ζύγωσε, κόλλησε πάνω στο δικό μας και, από την σκάλα που του έριξε το τσούρμο μας, ανέβηκε αργά αργά πάνω στο κατάστρωμα ο Βλαδίμηρος, ενώ οι σαλπιγκτές μας του απόδιναν χαιρετισμό. Ήταν ψηλός, γύρω στα σαράντα, ομορφοκαμωμένος. Προχώρησε αργά αργά ανοιγοκλείνοντας συνέχεια τα μάτια του, σαν να μην έβλεπε καλά.
Ενώ τον προσκυνούσαμε, πλησίασε την Άννα Πορφυρογέννητη, που στεκόταν ακίνητη, ψυχρή και άφωνη, σαν άγαλμα… Δεν την φίλησε ούτε την πήρε στην αγκαλιά του. Υποκλίθηκε μόνο άχαρα μπροστά της, σαν να μην ήτανε συνηθισμένος σε αυτά τα πράγματα, και με βαριά φωνή τής είπε ελληνικά, σαν να αποστήθιζε το μάθημά του:

-Καλώς ήρθες στην χώρα μου. Στην χώρα σου.»

[συνεχίζεται]

 

O καθεδρικός του Αγ. Βασιλείου, Μόσχα, 16ος

Catedral_de_San_Basilio,_Moscú,_Rusia,_2016_10

 

(Ο επίλογος είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Κ. Κυριαζή, Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος)

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s