«Λύχνου σβεσθέντος»

Εδά τραπέζι νόμορφο, με καμουχά στρωμένο. Ο βασιλιάς κι’ ο Μαυριανός κι’ ο Μικροκωσταντϊνος αντάμα τρώγαν κ’ έπιναν ‘ς του πλάτανου τη ρίζα. Κι’ αθιβολαίς δεν είχανε κι’ αθιβολαίς εφέραν απάνω για τοις όμορφαις και για τοις τιμημέναις. Εκεϊ έφερε κι’ ο Μαυριανός παίνεμα τς αδερφής του. «Ωσάν το ρόδο τ’ ανοιχτό, το μανουσάκι τάσπρο,…

Κλεφτοπούλα

Ποιός είδε ψάρι ‘ς το βουνό και θάλασσα σπαρμένη, ποιός είδε κόρη λυγερη ‘ς τα κλέφτικα ντυμένη; Τέσσαρους χρόνους περπατεί μ’ αρματωλούς και κλέφταις, κανείς και δεν τη γνώρισεν από τη συντροφιά της. Και μιαν αυγή και μια λαμπρή, μια πίσημον ημέρα βγήκαν να παίξουν το σπαθί, να ρήξουν το λιθάρι. Εκόπη τ΄ ασημόκουμπο κ’…

Σαράντα

Σαράντα μίλια κυνηγάει ο Αρμούρης τον Σαρακηνό ως της Συρίας την Πόρτα – το όρος Ἁμανός: «Απέζευσε ο νεώτερος να τον βαρήση ο αέρας και ένα σκυλίν, Σαρακηνός, σκυλίν μαγαρισμένον, εγκρύμματα τον έβαλεν και επήρε του τον μαύρον, επήρε του τον μαύρον του, επήρε τον ραβδίν του. Μα τον κυρ Ήλιον τον γλυκύν, μα την…

Λυγερή

Η Ευγενούλα η μοσκονιά κ’ η μικροπαντρεμένη εβγήκε κ’ επαινεύτηκε πως Χάρο δε φοβάται, γιατί ειν’ τα σπίτια της ψηλά, κι’ ο άντρας της παλληκάρι, γιατί έχει τους εννιά αδερφούς, τους καστροπολεμίταις, π’ όλα τα κάστρα πολεμούν κ’ οι χώραις παραδίνουν. Κι’ ο Χάρος όπου τ’ άκουσε, πολύ του βαρυφάνη. Μαύρο πουλί νεγίνηκε, σαν άγριο…